διαλλακτήριος

διαλλακτήριος
mediating
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλλακτήριον — διαλλακτήριος mediating masc/fem acc sg διαλλακτήριος mediating neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλλακτηρίους — διαλλακτήριος mediating masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλλακτηρίων — διαλλακτήριος mediating masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.